ΞΥΛΙΝΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

Ιδιαίτερο έργο ξυλογλυπτικής αποτελεί ένα από τα πιο πρόσφατα ευρήματα από το έργο της Επέκτασης της Γραμμής 3 του Μετρό, στο τμήμα από το Χαϊδάρι  έως τον Πειραιά.

Μία ξύλινη μήτρα με τέσσερις σφραγιστικές επιφάνειες, δύο πλατιές και δύο πιο στενές. Έχει ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο σχήμα, με μήκος 5,7 εκ., πλάτος 4,7 εκ. και πάχος 3,4 εκ. Στις δύο στενές πλευρές έχει διανοιχθεί διαμπερής οπή για τη τοποθέτηση στέλεχους, ώστε η μήτρα να περιστρέφεται και να χρησιμοποιείται κάθε φορά διαφορετική σφραγιστική επιφάνεια. Οι παραστάσεις έχουν λαξευτεί στις σφραγιστικές επιφάνειες σε χαμηλό βάθος, ώστε να ήταν δυνατή η παραγωγή θετικού εκμαγείου. Στη μία πλατιά πλευρά παριστάνεται λιοντάρι σε κατατομή, στραμμένο προς τα αριστερά, το οποίο ανακάθεται στα πίσω του πόδια, ενώ στην άλλη τσαμπί σταφυλιού και οξυπύθμενος αμφορέας. Πρόκειται για διονυσιακό θέμα που αποδίδει το σταφύλι ως πρώτη ύλη και το οίνο ως παράγωγο προϊόν. Στη μία στενή πλευρά παριστάνεται ο Ηρακλής γυμνός, με λεοντή να κραδαίνει ρόπαλο στο αριστερό του, σε στάση εφόρμησης. Το κεφάλι και το κάτω τμήμα του σώματος αποδίδονται σε κατατομή  προς τα αριστερά και το στέρνο κατ΄ενώπιον. Ο Ηρακλής αποτελούσε αγαπημένο απεικονιστικό θέμα της περιόδου. Ως θνητός που κατάφερε να αποθεωθεί και να εξασφαλίσει μετά τις δοκιμασίες του την αιώνια ζωή, συσχετιζόταν με τις αντιλήψεις για τη μετά θάνατο ζωή. Στην άλλη στενή πλευρά, αποδίδεται κένταυρος με σώμα λιονταριού και κεφάλι γενειοφόρου άνδρα με ταινία ή στεφάνι στα μαλλιά (ανδρική σφίγγα) να παίζει αυλό, στραμμένος προς τα αριστερά.

Πήλινες σφραγίδες χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα σε κεραμικά εργαστήρια για την κατασκευή μητρών που θα παρήγαγαν ανάγλυφα διακοσμημένα αγγεία, ή πήλινoυς ανάγλυφους πίνακες. Σφράγιζαν επίσης λαβές εμπορικών αμφορέων με σύμβολα παραγωγών των προϊόντων που περιείχαν. Επίσης και οι τοίχοι κτηρίων διακοσμούνταν με ανάγλυφα μοτίβα από γύψο ή ασβεστοκονία που παράγονταν από μήτρες. Στα εργαστήρια μεταλλοτεχνίας γινόταν η χύτευση του μετάλλου σε πήλινες μήτρες, ενώ στην αργυροχρυσοχοϊα χρησιμοποιούνταν ξύλινες σφραγίδες και για την παραγωγή ανάγλυφων κοσμημάτων με την εμπίεστη τεχνική «repousse», συμπιέζοντας  κάθε φορά από ένα φύλλο χρυσού πάνω στη μήτρα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της φύσης του υλικού φαίνεται πιθανότερο ότι πρόκειται για αρτοσφραγίδα. Η ζύμη δεν θα έφθειρε τo ξύλο της σφραγίδας και τα υπολείμματα της θα μπορούσαν να αφαιρεθούν εύκολα. Είναι γνωστό άλλωστε ότι στην αρχαιότητα κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών ή των νεκρικών τελετών προσφέρονταν αρτοσκευάσματα (πόπανα) σφραγισμένα με ανάλογα θρησκευτικά σύμβολα.

Οι εργασίες συντήρησης και στερέωσης του αντικειμένου στο εξειδικευμένο εργαστήριο της Εφορείας βρίσκονται σε εξέλιξη, όπως και η τεκμηρίωση και συσχέτισή του με τα ανασκαφικά συμφραζόμενα και σχετικό υλικό γνωστό από τη βιβλιογραφία.

Ο “Σταθμός Δημοτικό Θέατρο” της Επέκτασης της Γραμμής 3 του Μετρό, στο τμήμα από το Χαϊδάρι  έως τον Πειραιά, όπου αποκαλύφθηκε η ξύλινη μήτρα χωροθετείται στην Πλατεία Αγίου Κωνσταντίνου,  απέναντι στο Δημοτικό Θεάτρο Πειραιά. Κατά την ανασκαφική διερεύνηση πριν και κατά τη διάρκεια της κατασκευής του σταθμού εντοπίστηκε το υπόγειο υδρευτικό σύστημα της αρχαίας πόλης του Πειραιά. Την περίοδο αυτή διανοίγονται με συμβατικά μηχανικά μέσα οι υπόγειες σήραγγες της αποβάθρας επιβατών, καθώς και αυτές που συνδέουν το σταθμό με τις εξόδους προς τις κεντρικές πλατείες της πόλης που βρίσκονται περιμετρικά (Πλατεία Κοραή και Πλατεία Π. Μπακογιάννη). Στη διάρκεια των εργασιών εκσκαφής των σηράγγων αυτών εντοπίστηκαν 14 αρχαία φρέατα με διάμετρο 0,80-1,30μ που εκτείνονται σε βάθος 15-18μ από την επιφάνεια. Το κάθε φρέαρ ανασκάφηκε και αποτυπώθηκε σε δύο φάσεις, ακολουθώντας τα στάδια της εκσκαφής και τους κανόνες ασφαλείας που ισχύουν για τα υπόγεια έργα.

Στον πυθμένα των αρχαίων φρεάτων που έχουν μέχρι σήμερα ανασκαφεί στο σύνολο του έργου της επέκτασης του Μετρό εντοπίζονται συνήθως πήλινα σκεύη που χρονολογούνται από τον 4ο έως τον 1ο αι. π.Χ., τα οποία απορρίφθηκαν κατά την περίοδο χρήσης τους. Στο μεγαλύτερο μέρος του όμως το αρχαίο υλικό της πλήρωσης των πηγαδιών προέρχεται από απορρίψεις κατά τη διάρκεια και μετά την καταστροφή της πόλης από τα ρωμαϊκά στρατεύματα του Σύλλα το 86 π.Χ. Εντοπίζονται δομικά υλικά των οικιών, αλλά και η οικοσκευή τους, πήλινα αγγεία, ειδώλια, μεταλλικά, λίθινα και οστέινα αντικείμενα. Σε δύο φρέατα βρέθηκαν θησαυροί 1600 χάλκινων νομισμάτων. Απορρίφθηκαν από τους ενοίκους την ώρα της εισβολής, προκειμένου να διασώσουν την περιουσία τους από τη λαφυραγώγηση, χωρίς όμως τελικά να καταφέρουν να τα ανακτήσουν. Επίσης, από τα φρέατα συλλέχθηκε μεγάλος αριθμός ένυδρων ξύλινων και άλλων οργανικών αντικειμένων που διατηρήθηκαν έως σήμερα λόγω του μικροκλίματος (σταθερή υγρασία και θερμοκρασία), σφραγισμένα από πυκνή λάσπη σε αναερόβιες συνθήκες: σπόροι και καρποί, δομικά υλικά, μηχανισμοί, όπως ξύλινες τροχαλίες, ξύλινα σκεύη, καλάθι από καλάμια και δέρμα, τμήματα ξύλινων επίπλων, όπως πόδια κλίνης και πόδι δίφρου.

Παναγιώτης Κουτής

Γιώργος Πέππας

Advertisements

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΑΖΙΟΥ

Στις 15-07-2016 ολοκληρώθηκε η τρίτη ερευνητική περίοδος του Αρχαιολογικού Προγράμματος Μαζίου (Mazi Archaeological Project – MAP). Το Αρχαιολογικό Πρόγραμμα Μαζίου είναι μια αρχαιολογική επιφανειακή έρευνα της πεδιάδας του Μαζίου, στην βορειοδυτική Αττική, με διεπιστημονικό και διαχρονικό προσανατολισμό. Το πρόγραμμα αποτελεί συνεργασία μεταξύ της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής, Πειραιώς και Νήσων και της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ελλάδα και διεξάγεται από μια διεθνή ομάδα ερευνητών από την Ελλάδα, την Ελβετία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η περιοχή της έρευνας

Η Πεδιάδα του Μαζίου βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού Αττικής, σε απόσταση περίπου 16 χλμ βόρεια της Ελευσίνας και 20 χλμ νότια της Θήβας. Οριοθετείται από τους ορεινούς όγκους του Κιθαιρώνα και της Πάστρας στα βόρεια και από το Μακρό Όρος στα νότια. Κατά την αρχαιότητα η περιοχή αυτή βρισκόταν στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας (Θουκυδίδης 2.18.1-2). Στην περιοχή υπάρχουν τρεις αξιόλογοι αρχαιολογικοί χώροι. Το Φρούριο της αρχαίας Οινόης, ο μεμονωμένος πύργος της Οινόης (ή Πύργος Μαζίου) και το Φρούριο των Ελευθερών
Στο ανατολικό τμήμα της πεδιάδας βρίσκεται ο οχυρωμένος αττικός δήμος της Οινόης. Η αρχαία Οινόη, δήμος της Ιπποθοωντίδας φυλής, αναφέρεται από τον Ηρόδοτο (5.74.2) ως «δήμος στις εσχατιές της Αττικής». Ως μεθοριακός δήμος, ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένος σε εχθρικές επιθέσεις και επιδρομές. Όταν ξέσπασε ο πελοποννησιακός πόλεμος, το 431 π.Χ., η Οινόη ήταν ο πρώτος αττικός οικισμός που υπέστη επίθεση από τους Πελοποννήσιους, με αρχηγό τον Αρχίδαμο (Θουκυδίδης 2.18.1-2). Η αποτυχία του Αρχίδαμου να καταλάβει την πόλη μαρτυρεί πως ήταν ήδη καλά οχυρωμένη εκείνη την εποχή.

Στο δυτικό άκρο της κοιλάδας βρίσκονται ο οικισμός και το φρούριο των αρχαίων Ελευθερών. To φρούριο δεσπόζει πάνω από την είσοδο ενός φαραγγιού που, μέσω του φυσικού περάσματος Κάζα, οδηγεί στην Βοιωτία. Η ίδρυση της πόλης των Ελευθερών ανάγεται στον θεό Διόνυσο και συνδέεται με τη βοιωτική μυθολογία. Η πόλη ωστόσο προσαρτήθηκε πολιτικά στην Αττική και η λατρεία του Διονύσου αποτέλεσε μία από τις κύριες λατρείες της Αθήνας. Οι Ελευθερές ήταν ο τόπος καταγωγής του γλύπτη Μύρωνα. Παρόλα αυτά οι αρχαίες Ελευθερές ουδέποτε έγιναν αττικός δήμος. Αργότερα οι Ελευθερές εντάχθηκαν στη Βοιωτία. Η αρχαιολογική έρευνα στον οικισμό των Ελευθερών αποκάλυψε τα θεμέλια ενός δωρικού ναού του 4ου αι. π.Χ., δύο παλαιοχριστιανικές βασιλικές, κτίσματα και νεκρόπολη. Όταν τον 2ο αι. μ.Χ., ο Παυσανίας (1.38.9) επισκέφθηκε τον οικισμό, τον βρήκε μερικώς κατεστραμμένο.
Πάνω από τον οικισμό βρίσκεται το εντυπωσιακό φρούριο των Ελευθερών, το οποίο είναι από τα πιο καλοδιατηρημένα στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η μεταβαλλόμενη πολιτική θέση των Ελευθερών αφήνει αναπάντητο το ερώτημα σχετικά με την πρωτοβουλία για την κατασκευή του Φρουρίου. Για πολλά χρόνια αναφερόταν ως αττικό οχυρό που προστάτευε την είσοδο στην Αττική, ωστόσο φαίνεται πιο πιθανό ότι χτίστηκε στο πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. από τους Βοιωτούς.

Στο μέσον της πεδιάδας ξεχωρίζει ο εμβληματικός Πύργος Μαζίου. Έχει τετράγωνη κάτοψη 9μ.x 9μ. και είναι από τους πιο μεγάλους πύργους της Αττικής. Διατηρείται σε ύψος 14 μέτρων και θα είχε πέντε ορόφους. Η λειτουργία του πύργου για πολλά χρόνια θεωρήθηκε στρατιωτική, ως κατάλυμα για τη φιλοξενία των αθηναϊκών στρατευμάτων που επόπτευαν την οδό Ελευθερών-Ελευσίνας. Ωστόσο μια εναλλακτική ερμηνεία είναι πως θα μπορούσε να αποτελεί πύργο αρχαίας αγροικίας.

Σκοπός του Αρχαιολογικού Προγράμματος Μαζίου (Mazi Archaeological Project) είναι να δοθεί έμφαση στο ευρύτερο τοπίο της πεδιάδας του Μαζίου και στη διαχρονική ιστορία του τόπου, εστιάζοντας σε ζητήματα ανθρώπινης κατοίκησης και της σχέσης ανθρώπου-φυσικού περιβάλλοντος καθώς και σε θέματα πολιτικής κυριαρχίας, επαφών και μετακινήσεων πληθυσμών ανάμεσα στην Αττική και την Βοιωτία από την προϊστορία μέχρι σήμερα. Η αρχαιολογική έρευνα πεδίου ξεκίνησε το 2014. Η επιτόπια αρχαιολογική έρευνα συνδυάζεται με τεχνολογικές εφαρμογές και διεπιστημονικές προσεγγίσεις όπως ποικιλία μεθόδων τηλεπισκόπησης (ανάλυση WorldView-2 πολυφασματικών δορυφορικών εικόνων), χρήση αεροφωτογραμμετρίας, πυρηνοληψία, χωρική ανάλυση. Στο πεδίο, ομάδες αρχαιολόγων πραγματοποιούν συστηματική επισκόπηση του εδάφους στις βατές και εύκολα προσβάσιμες περιοχές ενώ σε περιοχές δύσκολα προσβάσιμες, ακατάλληλες για την συστηματική επισκόπηση, όπως βουνοκορφές, δασώδεις και απόκρημνες πλαγιές πραγματοποιείται εκτεταμένη έρευνα. Εξετάζονται προσεκτικά η επιφάνεια και τα χαρακτηριστικά του εδάφους, καταγράφεται κάθε αρχιτεκτονικό κατάλοιπο ή οικοδομικό στοιχείο, καταμετρώνται όλα τα κινητά ευρήματα και ακολουθεί τεκμηρίωση με φωτογράφηση, χαρτογράφηση GPS, σχεδία, μετρήσεις και λεπτομερείς σημειώσεις.

Μέχρι στιγμής έχει καλυφθεί ερευνητικά το μεγαλύτερο τμήμα της πεδιάδας, των λόφων και των απόκρημνων ορεινών πλαγιών που την περιβάλλουν. Έχει δημιουργηθεί ο γεωμορφολογικός χάρτης της περιοχής που αποτελεί βασικό υπόβαθρο της έρευνας και εργαλείο κατανόησης. Τα ευρήματα της έρευνας χρονολογούν την ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή ήδη από τους νεολιθικούς χρόνους. Εντοπίστηκαν και χαρτογραφήθηκαν θέσεις των κλασικών και ρωμαϊκών χρόνων καθώς και εκτενείς εγκαταστάσεις της μεσαιωνικής περιόδου. Επιπλέον έχουν αποτυπωθεί λεπτομερώς όλα τα γνωστά μνημεία της περιοχής: Φρούριο Οινόης, Φρούριο Ελευθερών, Ναός Διονύσου στις Ελευθερές, Ναός Αγίας Παρασκευής, Ναός Αγίων Θεοδώρων, Μεσαιωνικός Πύργος Κοντύτας.

 

web site: www. maziplain.org

Ειρήνη Σβανά

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ 2015 – Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΜΑΣ

Ανασκαφές_Μετρό_Πειραιά_(2)

Η φωτογραφία των συνάδελφων Παναγιώτη Κουτή και Γιώργου Πέππα από το έργο του Μετρό στον Πειραιά επιλέχθηκε από την ελληνική κριτική επιτροπή για να εκπροσωπήσει τη χώρα στην τελική φάση του διεθνούς σκέλους του Ευρωπαϊκού Διαγωνισμού Επιστημονικής Φωτογραφίας 2015 (European Science Photo Competition) της Wikipedia. Η φωτογραφία θα διαγωνιστεί στην κατηγορία Άνθρωποι στην Επιστήμη (People in Science) απέναντι σε φωτογραφίες από 40 ευρωπαϊκές χώρες. O διαγωνισμός διοργανώνεται για πρώτη φορά πανευρωπαϊκά από την Wikipedia με κεντρικό σύνθημα «European culture cannot be imagined without European science. It’s not enough to just speak about it, it must also be shown» και κατάφερε να συγκεντρώσει 8000 εικόνες διαφόρων τύπων από 1800 συμμετέχοντες. Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν στο τέλος του μήνα.

Ευχόμαστε καλή επιτυχία στους συναδέλφους.

Για να δείτε όλες τις φωτογραφίες που θα διαγωνιστούν στην τελική φάση:

https://commons.wikimedia.org/w/index.php?title=Commons:European_Science_Photo_Competition_2015/Winners&mobileaction=toggle_view_desktop#Finalists

ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΟΝ ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

12 Αυγούστου ώρα 6:30μ.μ Mετά από δυο χρόνια σκληρής δουλειάς επανατοποθετήθηκε και ο 121ος λίθος στον 6ο και τελευταίο δόμο του μνημείου που δεσπόζει πλέον στην κορυφή του ακρωτηρίου «Κολόνες» στη νότια Σαλαμίνα.

Το έτος 2012 εντάχθηκε στο ΕΣΠΑ  η υλοποίηση της μελέτης αναστήλωσης του πολιτικού μηχανικού Κώστα Μαμαλούγκα που πρότεινε τη μερική αναστήλωση του μνημείου (με την επανατοποθέτηση 43 λιθοπλίνθων) με  προϋπολογισμό  270.000€.  Στο πλαίσιο  του ΕΣΠΑ «Αναστήλωση και ανάδειξη του ταφικού μνημείου του 4ου αι.π.χ. στις Κολόνες Σαλαμίνας» τον Απρίλιο του 2013 ξεκίνησαν οι εργασίες και η μελέτη στατικής επάρκειας ανατέθηκε στον πολιτικό μηχανικό αναστηλωτή Κώστα Ζάμπα. Μετά από εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση όλων των πεσμένων λίθων, εκπονήθηκε νέα συμπληρωματική μελέτη, που πρότεινε την επέκταση της αναστήλωσης χρησιμοποιώντας σχεδόν το σύνολο του πεσμένου υλικού, αλλά και συμπλήρωση με νέους λίθους.(επανατοποθέτηση 121 συνολικά λιθοπλίνθων) Ουσιαστικά τριπλασιάστηκε το προς υλοποίηση αντικείμενο του έργου, χωρίς όμως την ανάλογη αναπροσαρμογή της χρηματοδότησης.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι μεγάλες δυσκολίες που συνήθως προκύπτουν σε τέτοια έργα λόγω διοικητικών και κυρίως οικονομικών προβλημάτων, ξεπεράστηκαν και αυτό οφείλεται στο ζήλο, στη φιλοτιμία και στο μεράκι που έδειξαν όλα τα μέλη της ομάδας εργασίας. Δικαίως λοιπόν μπορούν να υπερηφανεύονται οι: Φαίδρα Αποστολίκα αρχιτέκτων μηχανικός, Μελέτης Κώτσαινας Πολιτικός μηχανικός, Γιάννης Χαιρετάκης αρχαιολόγος, Βαγγέλης Κρουστάλης αρχαιολόγος, Ματιέ Φρανσουά μαρμαροτεχνίτης, Μιχάλης Μαραβέλιας ειδικευμένος τεχνίτης, Βασίλης Τζιβάκος ειδικευμένος τεχνίτης, Παναγιώτης Σιγάλας ειδικευμένος τεχνίτης, Βασίλης Σαρρής ανάδοχος αναστηλωτικών εργασιών, Γιώργος Παγανής μαρμαροτεχνίτης, Χρήστος Κωνσταντινίδης, Γιώργος Ντάλας, Γιώργος Αρναούτης, Θανάσης Σολωμωνίδης, ειδικευμένοι τεχνίτες, Γιώργος Ασημακόπουλος υποστήριξη οικονομικών-διοικητικών θεμάτων. Σημειωτέον, «ενορχηστρωτής» του αναστηλωτικού έργου είναι ο μηχανικός Κώστας Ζάμπας. Υπεύθυνοι αρχαιολόγοι: Άντα Κάττουλα και Μάχη Καπετανοπούλου.

Το Ταφικό μνημείο

Η ταφική ερμηνεία του μνημείου αποτέλεσε πρόσφατο απόκτημα της επιστημονικής γνώσης, καθ’ όσον μέχρι και πριν από τις ανασκαφές των ετών 1995, 1997 και 1999 από την αρχαιολόγο  της Β΄ Εφορείας Προϊστορικών Κλασικών Αρχαιοτήτων, κ. Ιφ. Δεκουλάκου, στο μνημείο είχαν αποδοθεί άλλες χρήσεις. Έτσι το μνημείο είχε εσφαλμένα  θεωρηθεί ως πύργος επόπτευσης, ως ναός του Αίαντα σύμφωνα με τις αναφορές του Παυσανία και τέλος ως φρυκτωρία λόγω της κομβικής θέσης που βρίσκεται.

Πρόκειται για έναν μνημειακής κατασκευής κυκλικό ταφικό περίβολο του 4ου αι. π.Χ, που περιέκλειε τουλάχιστον τέσσερις ταφές προσώπων της ίδιας οικογένειας. Είναι η εποχή κατά την οποία μια τάση υπερβολής χαρακτηρίζει τη «σήμανση» των τάφων σε ολόκληρη την Αττική. Στο πλαίσιο αυτό ο κτήτορας του μνημείου επέλεξε την κορυφή του ακρωτηρίου για να κατασκευάσει το εντυπωσιακό οικογενειακό ταφικό μνημείο με σκοπό να αποδώσει τιμή στα αγαπημένα του πρόσωπα που «φεύγουν», αλλά  και να κερδίσει την πολυπόθητη υστεροφημία καθιστώντας το μνημείο ένα χαρακτηριστικό τοπόσημο ορατό στους διερχόμενους από στεριά και από θάλασσα.

Μάχη Καπετανοπούλου

Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ. ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Βασική επιδίωξη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής Πειραιώς και Νήσων υπήρξε από την έναρξη του έργου «Επέκταση της Γραμμής 3: Τμήμα Χαϊδάρι – Πειραιάς» η διεπιστημονική προσέγγιση των αρχαιολογικού υλικού με στόχο την πληρέστερη τεκμηρίωση των ανασκαφικών δεδομένων παράλληλα με την απρόσκοπτη εξέλιξη του τεχνικού έργου. Η φύση των ευρημάτων άλλωστε ευνόησε από την πρώτη κιόλας στιγμή την ανάπτυξη της στενής συνεργασίας της αρχαιολογικής ομάδας με τον Τομέα Υδατικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και το τμήμα Τεχνικής Γεωλογίας της Αττικό Μετρό Α.Ε.

Καρπός των συνεργασιών αυτών είναι η συνδιοργάνωση από την Εφορεία και τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών Επιστημονικής Ημερίδας, όπου θα παρουσιαστούν οι ανασκαφές του έργου, η τεχνολογία του υδροσυστήματος της αρχαίας πόλης του Πειραιά και η εξέλιξή του ανάλογα με τις εκάστοτε υδατικές ανάγκες και με την πολεοδομική οργάνωση της πόλης, καθώς και οι γεωλογικές και υδρογεωλογικές συνθήκες που καθόρισαν την ανάπτυξή του.

Για οδηγίες πρόσβασης δείτε: http://on.fb.me/1IzHXZx

Abstracts

Παρουσίαση των ανασκαφών του έργου

Στ. Χρυσουλάκη, Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής Πειραιώς και Νήσων

Η Εφορεία Δυτικής Αττικής Πειραιώς και Νήσων έχει στη χωρική της αρμοδιότητα το μεγαλύτερο τμήμα του έργου της Αττικό Μετρό ΑΕ «Επέκταση της Γραμμής 3: τμήμα Χαϊδάρι-Πειραιάς».

Η συνολική έκταση που έχει ελεγχθεί αρχαιολογικά μέχρι σήμερα προσεγγίζει τα 25.000 τ.μ., ενώ σωστικές ανασκαφικές έρευνες έχουν διενεργηθεί σε συνολική επιφάνεια 7.000 τ.μ.. Μια από τις μεγαλύτερες σε έκταση ανασκαφές στην πόλη του Περαιά, πραγματοποιήθηκε σε χρονικό διάστημα 25 μηνών στο χώρο κατασκευής του Σταθμού ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ, σε τέσσερις διαφορετικές εργοταξιακές καταλήψεις στις πλατείες περιμετρικά του κτιρίου του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά.

Η διερεύνηση μεγάλου αριθμού υπόγειων κατασκευών ύδρευσης και η συλλογή πλήθους κινητών ευρημάτων απαίτησε την ταυτόχρονη εφαρμογή συμβατικών  μεθόδων ανασκαφής, τεκμηρίωσης και συντήρησης, αλλά και τη χρήση σύγχρονων τεχνικών και μέσων. Παράλληλα, η διεπιστημονική προσέγγιση, σαν αποτέλεσμα συνέργειας πολλών γνωστικών πεδίων, εφαρμόζεται, από την πρώτη στιγμή, σε όλα τα στάδια, ανοίγοντας νέους ερευνητικούς δρόμους.

Το Ιπποδάμειο σύστημα και η μορφή των οικιών

Γ. Πέππας, Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής Πειραιώς και Νήσων

Η συμβολή του Πειραιά στη φήμη και τη δύναμη που απέκτησε η Αθήνα σαν μια από τις σπουδαιότερες πόλεις του αρχαίου Ελληνικού κόσμου υπήρξε καθοριστική. Η πόλη ανοικοδομήθηκε μετά το 460 π.Χ., με πολεοδομικό σχέδιο, πάνω στα σχέδια του Ιππόδαμου από τη Μίλητο. Το πολεοδομικό σχέδιο που εφάρμοσε προνοεί για την ανάπτυξη όλης της περιοχής που περικλείεται από τα τείχη, και των ζωνών κατοικίας. Bασιζόταν στη χάραξη παράλληλων δρόμων, που τέμνονται κάθετα, ώστε να δημιουργούνται οικοδομικά τετράγωνα, χαραγμένα με ακρίβεια, που χωρίζονταν σε οικόπεδα ίσου εμβαδού.

Η αρχή της ισονομίας που κυριάρχησε στη σχεδίαση της πόλεως είχε ως συνέπεια την επιβολή ενός συγκεκριμένου προτύπου σπιτιού: είχαν ομοιόμορφη κάτοψη και διαφοροποιούνταν μόνο σε σχέση με τη θέση τους στο οικοδομικό τετράγωνο. Οι κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις στην πορεία των αιώνων είναι εμφανείς και αποτυπώθηκαν στην πόλη και στη μορφή της κατοικίας. Ανθρωπογενείς καταστροφές αλλά και μεγάλα οικοδομικά προγράμματα ανοικοδόμησης διαφοροποίησαν την εικόνα. Από τον 3ο αι. π.Χ. έχουμε πολυτελέστερα σπίτια που προκύπτουν από τη συνένωση περισσότερων από ένα οικοπέδων, ενώ κατά τη ρωμαϊκή περίοδο χτίστηκαν πλούσιες ρωμαϊκές επαύλεις με περίστυλο αίθριο.

Οι ανασκαφές στο πλαίσιο του έργου συμπλήρωσαν τη μέχρι σήμερα εικόνα για την τοπογραφία της αρχαίας πόλης και την εξέλιξη του στο χρόνο, τόσο στην περιοχή του Δημοτικού Θεάτρου όσο και στο Λόφο της Μουνιχίας. Σε εξέλιξη βρίσκεται ευρύτερο πρόγραμμα της Εφορείας για την τοπογραφική αποτύπωση και την προσάρτηση σε ενιαίο υπόβαθρο όλων των ορατών και μη -στοιχεία των οποίων τηρούνται αρχειακά- αρχαίων καταλοίπων που έχουν αποκαλυφθεί διαχρονικά στην πόλη του Πειραιά, ώστε να καταστεί σύντομα δυνατή η ακριβής αποκατάσταση του αρχαίου πολεοδομικού ιστού.

Τα συστήματα ύδρευσης

Π. Κουτής και Αιμ. Μπεντερμάχερ–Γερούσης, Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής Πειραιώς και Νήσων 

Από την έρευνα στo έργο της επέκτασης του Μετρό στον Πειραιά εντοπίστηκαν συνολικά 115 κατασκευές σχετιζόμενες με το αρχαίο υδρευτικό σύστημα, 43 πηγάδια και φρέατα, 34 δεξαμενές, 32 σήραγγες και 6 φρεάτια. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν τη συνεχή προσπάθεια των κατοίκων της πόλης για την εξασφάλιση του αναγκαίου πόσιμου νερού.

Με την εγκατάστασή τους στη νεοϊδρυθείσα πόλη, οι κάτοικοι αρχικά προσπάθησαν να εξασφαλίσουν την υδροδότησή τους από τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα, διανοίγοντας πηγάδια, όπως αποδεικνύει η εύρεση ημιτελών πηγαδιών, με κεραμική που χρονολογείται στα τέλη του 5ου και στον 4ο αι. π.Χ. Ενδεχομένως ο υδροφόρος ορίζοντας να μην ήταν επαρκής και έτσι στράφηκαν σε άλλη μέθοδο προμήθειας νερού, κατασκευάζοντας πλέον υπόγειες δεξαμενές περισυλλογής των ομβρίων. Η μεγάλη έκταση της ανασκαφής και η ταυτόχρονη εύρεση μεγάλου αριθμού δεξαμενών, επέτρεψε την τυπολογική τους κατάταξη και εξέλιξή της στο χρόνο.

Κατά την ελληνιστική περίοδο, με τις κοινωνικές αλλαγές και τα μεγαλύτερα σπίτια, αυξήθηκαν και οι ανάγκες σε νερό. Προκειμένου να ικανοποιηθεί η ζήτηση διανοίχθηκαν αδιέξοδες σήραγγες σε υπάρχουσες δεξαμενές ή συνενώθηκαν δεξαμενές, αυξάνοντας αθροιστικά την δυνατότητα αποθήκευσης νερού. Στο τέλος της ελληνιστικής περιόδου εγκαταλείφθηκαν και πληρώθηκαν με υλικό απόρριψης κατά την ανοικοδόμηση της πόλης μετά την καταστροφή του Σύλλα το 87-86 π.Χ.. Με τη λειτουργία λουτρών και με τη κατασκευή πολυτελών επαύλεων στα ρωμαϊκά χρόνια αυξήθηκαν ιδιαίτερα οι ανάγκες σε νερό, ζήτηση που καλύφθηκε με τη μεταφορά νερού στην πόλη. Στο πλαίσιο του έργου αποκαλύφθηκε τμήμα του αγωγού του ρωμαϊκού υδραγωγείου με  φρέατα επίσκεψης και στοιχεία χρήσης των πρωιμότερων δεξαμενών. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η λειτουργία του σταμάτησε κατά την Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο, ίσως λόγω της επιδρομής των Γότθων το 397 μ.Χ.

Ευρήματα της ανασκαφής

Στ. Χρυσουλάκη και Γ. Πέππας, Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής Πειραιώς και Νήσων

Ο μεγαλύτερος όγκος των ευρημάτων των ανασκαφών του έργου αποτελείται από πήλινα αντικείμενα, τμήματα αγγείων και κεράμων στέγασης. Οι διαδικασίες ανάταξης και συντήρησης έχουν επιτρέψει μέχρι σήμερα την αποκατάσταση περίπου 400 απ’ αυτά. Παράλληλα, συλλέχθηκε μεγάλος αριθμός νομισμάτων νομισμάτων,  μετάλλινων (εργαλεία, σκεύη, δομικά υλικά) και λίθινων (γλυπτά, σκεύη, αρχιτεκτονικά μέλη) αντικειμένων.

Αξιοσημείωτη και σπάνια είναι η διατήρηση μεγάλου αριθμού ένυδρων οργανικών υλικών από τα αρχαία φρέατα, η οποία οφείλεται στο ιδιαίτερο μικροκλίμα  ταφής τους. Πρόκειται κυρίως για ευρήματα από ξύλο αρκετά από τα οποία προέρχονται από τέχνεργα, καθώς φέρουν επεξεργασία (μικροαντικείμενα, τμήματα από εργαλεία). Ανάμεσά τους ξεχωρίζει άγαλμα ανδρικής μορφής. Μεγάλος είναι και ο αριθμός καρπών (φουντούκια, καρύδια, αμύγδαλα, κουκουνάρια, πυρήνες ελιάς και σταφυλιών, αποξηραμένο σύκο). Επίσης, βρέθηκαν τμήματα από έντομα (εξωσκελετοί σκαθαριών), καθώς και τμήματα σχοινιών. Δε λείπουν και τα ξύλινα κατάλοιπα οικοσκευής (τμήματα επίπλων, στοιχεία στέγασης, πόρτα).

Αναπαράσταση λειτουργίας των δεξαμενών συλλογής ομβρίων

Ν. Μαμάσης, Π. Δευτεραίος, Ν. Ζαρκαδούλας και Δ. Κουτσογιάννης, Τομέας Υδατικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Σχολή Πολιτικών Μηχανικών, ΕΜΠ

Οι υπόγειες δεξαμενές αποτελούν την κυρίαρχη συνιστώσα των έργων ύδρευσης του αρχαίου Πειραιά και είναι αυτές που δίνουν στο υδροσύστημα μια ιδιαίτερη θέση σε σύγκριση με τα υπόλοιπα της αρχαιότητας. Η αναπαράστασή της λειτουργίας τους επιτρέπει τη μελέτη μιας περίπτωσης ευφυούς αξιοποίησης περιορισμένων υδατικών πόρων σε αστική περιοχή. Με την ανάπτυξη ενός ημερησίου υδρολογικού μοντέλου εκτιμήθηκε η δυνατότητα εκμετάλλευσης των ομβρίων υδάτων στην αρχαία πόλη, μέσω της αποθήκευσης τους στις υπόγειες δεξαμενές.

Εξετάστηκαν διαφορετικά σενάρια: (α) ζήτησης νερού, (β) όγκου δεξαμενής και (γ) επιφάνειας τροφοδοσίας, ώστε να υπολογιστούν η εισροή ομβρίων υδάτων, η διακύμανση των αποθεμάτων και οι υπερχειλίσεις των δεξαμενών καθώς και η πιθανότητα αστοχίας κάλυψης της ζήτησης. Η ανάλυση έδειξε ότι η ποσότητα των ομβρίων υδάτων επαρκούσε σε σημαντικό βαθμό για την κάλυψη των υδατικών αναγκών σε επίπεδο οικίας. Η αξιοπιστία κάλυψης της ζήτησης αυξανόταν σημαντικά με την αύξηση της χωρητικότητας των δεξαμενών και έτσι εξηγούνται οι ποικίλες επεμβάσεις επέκτασης και ένωσης των δεξαμενών που ανασκάφηκαν.

Περιγραφή των γεωλογικών και υδρογεωλογικών συνθηκών της στενής και ευρύτερης περιοχής ανάπτυξης των αρχαίων συστημάτων ύδρευσης του Πειραιά, βάσει των ερευνών για τις επεκτάσεις του Μετρό

Μαρία Μπενίση, Τμήμα Τεχνικής Γεωλογίας Αττικό Μετρό Α.Ε.

Η γεωτεχνική έρευνα που εκτελέστηκε στο πλαίσιο των έργων της Αττικό Μετρό Α.Ε. στην περιοχή της Πειραϊκής χερσονήσου παρέσχε πλήθος στοιχείων για την γεωλογική, υδρογεωλογική αλλά και παλαιογεωγραφική αναγνώριση των σχηματισμών εντός των οποίων αναπτύσσονται τα αρχαία συστήματα ύδρευσης του Πειραιά. Τα στοιχεία αυτά, στα οποία βασίζονται οι μετέπειτα αναπαραστάσεις λειτουργίας των συστημάτων αυτών, παρουσιάζονται συνοπτικά στην παρούσα εργασία. Πιο αναλυτικά γίνεται η παρουσίαση των στοιχείων που αφορούν στους υδρογεωλογικούς χαρακτήρες των σχηματισμών της στενής περιοχής ανάπτυξης των αρχαίων συστημάτων ύδρευσης του Πειραιά, με έμφαση στην υδροπερατότητα και στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του πορώδους.

Τεχνικογεωλογικά χαρακτηριστικά της «Μάργας του Πειραιά» – Συγκριτική ποιοτική ανάλυση της συμπεριφοράς της στις αρχαίες και σύγχρονες υπόγειες κατασκευές της περιοχής του σταθμού «Δημοτικό Θέατρο»

Γιώργος Στούμπος, Τμήμα Τεχνικής Γεωλογίας Αττικό Μετρό Α.Ε.

Οι σχηματισμοί εντός των οποίων αναπτύσσονται τα αρχαία συστήματα ύδρευσης του Πειραιά αποτελούν το περιβάλλον εντός του οποίου διανοίγονται και τα σύγχρονα έργα της Αττικό Μετρό Α.Ε.. Η συμπεριφορά των σχηματισμών αυτών, τόσο σε ανοικτά ορύγματα όσο και σε σήραγγες, παρέχει πλήθος στοιχείων αναφορικά με την ευστάθειά τους. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονται και προεκβάλλονται στον χρόνο ώστε να γίνουν αντιληπτά τα πιθανά μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα των εν λόγω σχηματισμών, τα οποία οδήγησαν τους αρχαίους κατοίκους της Πειραϊκής χερσονήσου να τους επιλέξουν για την κατασκευή των υδρομαστευτικών και υδαταποθηκευτικών τους κατασκευών. Επίσης, στην παρούσα εργασία παρουσιάζονται οι εμπειρίες από τις επισκέψεις στα αρχαία αυτά έργα καθώς και η γεωλογική χαρτογράφηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των επισκέψεων αυτών.

Σύνθεση προσεγγίσεων-μελλοντική έρευνα

Στ. Χρυσουλάκη και Ν. Μαμάσης, Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής Πειραιώς και Νήσων και Τομέας Υδατικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Σχολή Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ

Η κατανόηση της λειτουργίας και της χρονικής εξέλιξης των αρχαίων έργων ύδρευσης του Πειραιά απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση που εκτός από τις επιστήμες της αρχαιολογίας και της ιστορίας περιλαμβάνει την υδρολογία, την υδρογεωλογία, την υδραυλική και τη διαχείριση υδατικών πόρων. Η ύδρευση του Πειραιά αρχικά στηρίχθηκε στα υπόγεια νερά με την διάνοιξη πηγαδιών αλλά πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτή η περιορισμένη δυνατότητα των υπόγειων υδροφορέων. Έτσι από τα τέλη 5ου αιώνα π.Χ. άρχισαν να κατασκευάζονται οι δεξαμενές συλλογής ομβρίων, οι οποίες κάλυπταν σε σημαντικό βαθμό τις υδατικές ανάγκες της κλασικής εποχής παρά τις μεγάλες υπερχειλίσεις. Ετσι  παρατηρείται εκτεταμένη και συνεχής προσπάθεια αύξησης του όγκου των δεξαμενών με διάφορες τεχνικές ώστε να μειώνονται οι υπερχειλίσεις και να καλύπτονται οι καλοκαιρινές ανάγκες. Ακόμη,  αναπτύσσονται μικρά υδροσυστήματα που συνδέουν μεταξύ τους πηγάδια και δεξαμενές, τα οποία συνδέονται με τη συνδυασμένη διαχείριση του νερού καθώς και με αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς και την επιφάνεια των οικοπέδων. Τέλος, οι ιδιαίτερα αυξημένες υδατικές ανάγκες της Ρωμαϊκής εποχής οδήγησαν στην κατασκευή υδραγωγείου που μετέφερε νερό από πηγή εκτός της χερσονήσου του Πειραιά.

Η μελλοντική έρευνα εκτός των άλλων θα επικεντρωθεί: (α) στην πηγή τροφοδοσίας του υδραγωγείου, (β) στη δυνατότητα απόληψης από υπόγεια νερά και η πιθανότητα υφαλμύρινσης και (γ) στη σύνδεση της εξέλιξης και διαχείρισης των έργων ύδρευσης στο χρόνο με αλλαγές στην οικιστική ανάπτυξη και στις υδατικές ανάγκες, τυχόν κλιματικές διακυμάνσεις και βελτιώσεις σε τεχνικές και υλικά.